Τι είναι η Κοινωνική Παιδαγωγική

Ο όρος «Κοινωνική Παιδαγωγική» δεν είναι καινούριος, όπως -ίσως- κάποιοι εκπαιδευτικοί νομίζουν. Σε μερικά χρόνια θα συμπληρώσει δύο αιώνες ζωής, μετά από την πρώτη αναφορά του από τον Karl Mager το 1844 στο γερμανικό περιοδικό «Pedagogische Revue». Ωστόσο, υποστηρίζεται ότι το θεωρητικό της υπόβαθρο το είχε ήδη θέσει ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» του, ενώ υπάρχει μεγάλη αντιστοιχία ανάμεσα στην Κοινωνική Παιδαγωγική και την αριστοτελική «φρόνηση».
Ένας από τους σημαντικούς εκπροσώπους του επιστημονικού αυτού πεδίου, ο γερμανός φιλόσοφος και παιδαγωγός P. Natorp, όρισε την Κοινωνική Παιδαγωγική ως μια θεωρία εκπαίδευσης της ανθρώπινης βούλησης που στηρίζεται στην κοινωνική ζωή, ενώ οι γερμανοί Νεοκριτικιστές έθεσαν τις σχέσεις μεταξύ ζωής και κοινωνίας ως το βασικό αντικείμενο της έρευνάς της.
H θεμελίωση της Κοινωνικής Παιδαγωγικής στη Γερμανία απεικονίζει τα τεράστια κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα που βίωνε η χώρα αυτή -αλλά και γενικότερα η Ευρώπη- τον 19ο αιώνα λόγω της βιομηχανικής επανάστασης, τα οποία γέννησαν την ανάγκη για αντίδραση και «αντίσταση» από μέρους της κοινωνίας, και ιδιαίτερα από τα κατώτερα και πιο αδικημένα στρώματα, ώστε να πραγματοποιηθούν κοινωνικές αλλαγές. Έτσι, λοιπόν, δόθηκε περισσότερη έμφαση στην κοινωνική και πολιτική λειτουργία της εκπαίδευσης και αναγνωρίστηκε η δύναμή της να επηρεάζει καταλυτικά τα κοινωνικο-πολιτικά φαινόμενα.
Σήμερα, η Κοινωνική Παιδαγωγική είναι ένα διαδεδομένο επιστημονικό πεδίο και κινείται πλέον σε ένα πολύ ευρύτερο γεωγραφικό πλαίσιο, εξακολουθώντας να «παλεύει» με τη φτώχεια, τον αποκλεισμό και την περιθωριοποίηση ατόμων και ομάδων, την κοινωνική αδικία, την παιδική εκμετάλλευση και κακοποίηση, προβλήματα διαχρονικά και δυσεπίλυτα σε όλες σχεδόν τις κοινωνίες. Καλείται να διαδραματίσει προληπτικό και παρεμβατικό ρόλο στα πλέον «σύγχρονα» και φλέγοντα κοινωνικο-παιδαγωγικά προβλήματα, όπως την ενδοσχολική βία (bullying), τη σχολική διαρροή, τον ρατσισμό και την ξενοφοβία, τα ψυχοκοινωνικά ζητήματα στο οικογενειακό πλαίσιο, κ.ά.
Μέσω της ευημερίας και της μάθησης στοχεύει στην ολόπλευρη ανάπτυξη και ολοκλήρωση κάθε ατόμου εντός του κοινωνικού του πλαισίου, θεωρώντας ως δεδομένο ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν από τη φύση τους το δυναμικό ώστε να είναι πολύτιμα και υπεύθυνα μέλη της κοινωνίας, αρκεί η ίδια η κοινωνία να φροντίζει να τους συμπεριλαμβάνει και να μην τους αποκλείει. Γι’ αυτό και οι κοινωνικοί παιδαγωγοί ασχολούνται με ένα ευρύτατο ηλικιακό φάσμα, από τα πρώτα χρόνια της ζωής μέχρι και την τρίτη ηλικία, εφαρμόζοντας παιδαγωγικές αρχές στο πλαίσιο της δια βίου μάθησης, με προτεραιότητα την ενεργό συμμετοχή των εμπλεκομένων.
Με ισχυρά όπλα τη διεπιστημονικότητα, τη συνεχή αλληλεπίδραση μεταξύ θεωρίας – πράξης και τον κριτικό αναστοχασμό, η Κοινωνική Παιδαγωγική κατορθώνει να διαφέρει από άλλες επιστήμες του είδους της και να είναι πιο αποτελεσματική, καθώς οι βασικές της αρχές και προτεραιότητες την τροφοδοτούν συνεχώς σε επιστημολογικό και μεθοδολογικό επίπεδο, αλλά και το αντίστροφο.
Ταυτόχρονα, αποτελεί έναν «άγρυπνο» παρατηρητή του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν οι κατά τόπους κοινωνίες, μέσα από τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες και παραδόσεις τους, όσον αφορά την ανατροφή και τη διαπαιδαγώγηση των μελών τους, αλλά και την υποστήριξη των μειονεκτούντων ή περιθωριοποιημένων ατόμων. Έτσι, εξηγείται και η ποικιλία που εντοπίζεται στη δράση και την ανάπτυξή της σε διάφορες χώρες με την πάροδο του χρόνου.

Βιβλιογραφία:
1) Ηρώ Μυλωνάκου – Κεκέ, «Κοινωνική Παιδαγωγική: Θεωρητικές, Επιστημολογικές και  Μεθοδολογικές Διαστάσεις». Εκδόσεις Διάδραση.
2) Σάκης Παπαδημητρίου, «Η Κοινωνική Παιδαγωγική – Θεμέλιο».
3) ThemPra Social Pedagogy, «Social Pedagogy»