Ιστορίες κοινωνικοπαιδαγωγικής αξιοποίησης

1.      Ιστορία αποθέματος

Απόσπασμα από το βιβλίο «Η μάσκα της βασίλισσας»

Διήγημα για παιδιά του Βασίλη Παπαθεοδώρου.

«Είσαι βαρέλα γεμάτη κρασί.»

«Είσαι βαρέλα γεμάτη κρασί.»

Και η Τριανταφυλλιά νόμιζε στην αλήθεια πως ήταν βαρέλα γεμάτη κρασί. Ήδη από το νηπιαγωγείο που την κορόιδευαν τα άλλα παιδάκια γιατί ήταν μεγαλόσωμη και άγαρμπη και φορούσε κάτι μεγάλα γυαλιά, νάαα!

Γύρναγε κάθε μέρα στο σπίτι της και έκλαιγε, ενώ στα διαλείμματα του σχολείου πήγαινε και κλεινόταν μέσα στην τουαλέτα για να μην την πειράζουν. Και αυτό το «Τριανταφυλλιά» πια, τι όνομα ήταν;

«Με λένε Φυλλίτσα, από το Τριανταφυλλίτσα», έλεγε στους συμμαθητές της και δώστου χάχανο αυτοί. Και μετά τη φώναζαν «Φυλλάρα, από το Τριανταφυλλάρα».

(Με τον καιρό όμως η Τριανταφυλλιά έμαθε να μη δίνει σημασία σε όλα αυτά. Απλά κλεινόταν στον εαυτό της και δε μίλαγε σε κανέναν. Ντρεπόταν. Ντρεπόταν για όλα και για όλους. Ντρεπόταν να τα πει στους γονείς της, αλλά και στη δασκάλα της, ντρεπόταν να κοιταχτεί στον καθρέφτη και ντρεπόταν να μιλήσει σε άλλο παιδί. Μόνο στις κούκλες της τα έλεγε όλα, με το νι και με το σίγμα όμως. Και όταν πρωτοπήγε στο δημοτικό, προσπάθησε να είναι απαρατήρητη, να μην τη βλέπει κανείς, να κάνει πως δεν υπάρχει. Και το είχε καταφέρει αυτό. Τα άλλα παιδιά έτρεχαν και κυνηγιόντουσαν στα διαλείμματα, έπαιζαν τα Σαββατοκύριακα το ένα στο σπίτι του άλλου, και η Τριανταφυλλιά δεν είχε καμία φίλη. Ούτε και στην πολυκατοικία της έκανε παρέα με τα άλλα παιδιά, κι ας ήταν της ηλικίας της.)

2.      Κρυφή ιστορία (σε συνδυασμό με την αναδυόμενη – τροποποιούμενη ιστορία)

Σήμερα ήταν μια πολύ αστεία μέρα στο σχολείο. Τη δεύτερη ώρα ο διευθυντής χτύπησε την πόρτα και ζήτησε από τη δασκάλα μας να βγει έξω. Μετά από λίγο μπήκε μέσα μαζί με έναν καινούριο μαθητή, έναν μαθητή χωρίς μαλλιά και φρύδια! Μέσα σε λίγα λεπτά του είχαμε βγάλει ήδη παρατσούκλι: γλόμπο ! Τι ανακούφιση! Η Αντιγόνη και οι φίλες της, που κάθε μέρα γελούσαν μαζί μου για τα γυαλιά που φοράω, σήμερα δεν ασχολήθηκαν καθόλου μαζί μου !

3.      Ιστορία αντίστασης

Η πόλη των πηγαδιών.

Από το βιβλίο «Ιστορίες να σκεφτείς» του Χόρχε Μπουκάι.

Εκείνη την πόλη δεν την κατοικούσαν άνθρωποι, όπως όλες τις άλλες πόλεις του πλανήτη. Σ’εκείνη την πόλη κατοικούσαν πηγάδια. Πηγάδια ζωντανά…αλλά πηγάδια. Τα πηγάδια διέφεραν μεταξύ τους όχι μόνο ως προς τον τόπο όπου είχαν ανοιχτεί αλλά και ως προς το στόμιο (το άνοιγμα που τα συνέδεε με τον εξωτερικό κόσμο). Υπήρχαν πηγάδια ευκατάστατα και πολυτελή, με στόμιο από μάρμαρο και όμορφα μέταλλα, πηγάδια ταπεινά από τούβλα και ξύλο, κι άλλα πιο φτωχά, απλές γυμνές τρύπες που ανοίγονταν στη γη.

Η επικοινωνία μεταξύ των κατοίκων της πόλης γινόταν από στόμιο σε στόμιο και οι ειδήσεις έφταναν γρήγορα απ’άκρη σ’άκρη. Μια μέρα, έφτασε στην πόλη μια «μόδα» που μάλλον είχε γεννηθεί σε κάποιο ανθρώπινο χωριό. Η νέα ιδέα ήταν ότι κάθε ζωντανό  ον που εκτιμούσε τον εαυτό του θα έπρεπε να φροντίζει πολύ περισσότερο το εσωτερικό παρά το εξωτερικό. Το σημαντικό δεν ήταν η επιφάνεια, αλλά το περιεχόμενο.

Έτσι έγινε, και τα πηγάδια άρχισαν να γεμίζουν με αντικείμενα. Μερικά γέμισαν με κοσμήματα, χρυσά νομίσματα και πολύτιμες πέτρες. Άλλα, πιο πρακτικά, γέμισαν με ηλεκτρικές συσκευές και μηχανές. Μερικά άλλα επέλεξαν την τέχνη και γέμισαν με πίνακες ζωγραφικής, πιάνα με ουρά και εξεζητημένα μεταμοντέρνα γλυπτά. Τέλος, τα διανοούμενα γέμισαν με βιβλία, ιδεολογικά μανιφέστα και εξειδικευμένα περιοδικά.

Πέρασε ο καιρός. Τα περισσότερα πηγάδια γέμισαν σε τέτοιο σημείο, ώστε τίποτε άλλο δεν χωρούσε. Τα πηγάδια δεν ήταν όλα ίδια, οπότε κάποια συμβιβάστηκαν ενώ άλλα σκέφτηκαν πως έπρεπε να κάνουν κάτι για να συνεχίσουν να συσσωρεύουν πράγματα στο εσωτερικό τους…

Ένα απ’αυτά έκανε την αρχή. Αντί να συμπιέζει το περιεχόμενο, σκέφτηκε να αυξήσει τη χωρητικότητά του διευρύνοντας το χώρο του. Δεν πέρασε πολύς καιρός κι άρχισαν και τα υπόλοιπα να μιμούνται την καινούρια ιδέα. Όλα τα πηγάδια δαπανούσαν μεγάλο μέρος της ενέργειάς τους για να επεκταθούν και ν’άποκτήσουν περισσότερο χώρο στο εσωτερικό τους. Ένα πηγάδι, μικρό κι απόκεντρο, άρχισε να βλέπει τους συντρόφους του να επεκτείνονται χωρίς μέτρο. Σκέφτηκε ότι αν συνέχιζαν να διευρύνονται με αυτόν τον τρόπο, σύντομα θα μπέρδευαν τα όριά τους και το καθένα θα έχανε την ταυτότητά του…

Ισως, ξεκινώντας από αυτήν την ιδέα, σκέφτηκε ότι ένας διαφορετικός τρόπος για να αυξήσει τη χωρητικότητά του ήταν να μεγαλώσει όχι φαρδαίνοντας αλλά βαθαίνονας. Να επεκταθεί σε βάθος αντί για πλάτος. Σύντομα συνειδητοποίησε ότι όλα όσα είχε στο εσωτερικό του έκαναν αδύνατη την εργασία της εκβάθυνσης. Αν ήθελε να γίνει πιο βαθύ, όφειλε να ξεφορτωθεί ολόκληρο το περιεχόμενό του… Στην αρχή, το κενό το τρόμαξε. Αλλά αργότερα, όταν είδε ότι δεν είχε άλλη επιλογή, το έκανε. Χωρίς τίποτα στην κατοχή του, το πηγάδι άρχισε να βαθαίνει, ενώ τα υπόλοιπα άρπαζαν τα αντικείμενα που είχε πετάξει.

Μια μέρα, κάτι ξάφνιασε το πηγάδι που μεγάλωνε προς τα κάτω. Κάτω, πολύ κάτω, πολύ στο βάθος…βρήκε νερό! Ποτέ πριν άλλο πηγάδι δεν είχε ξαναβρει νερό. Το πηγάδι ξεπέρασε την έκπληξή του κι άρχισε να παίζει με το νερό καταβρέχοντας τα τοιχώματά του, πιτσιλώντας το στόμιό του και βγάζοντας το νερό προς τα έξω! Η πόλη δεν είχε βραχεί ποτέ από τίποτε άλλο πέρα από τη βροχή, η οποίς, εκ των πραγμάτων, ήταν αρκετά σπάνια. Έτσι, η γη τριγύρω από το πηγάδι, αναζωογονημένη, άρχισε να ξυπνά. Οι σπόροι βλάστησαν παίρνοντας τη μορφή χλόης, τριφυλλιών, λουλουδιών και αδύναμων κορμών που μετατράπηκαν αργότερα σε δέντρα…

Μια έκρηξη χρωμάτων και ζωής απλώθηκε γύρω από το απομακρυσμένο πηγάδι, το οποίο άρχισαν να αποκαλούν: «Το Περιβόλι». Εκείνο προέτρεπε και τα άλλα πηγάδια να σκάψουν το εσωτερικό τους προς τα μέσα, όμως πολλά αποδοκίμαζαν την ιδέα όταν συνειδητοποιούσαν ότι πρέπει πρώτα να αδειάσουν κι έπειτα να βαθύνουν.

Στην άλλη άκρη της πόλης, ένα άλλο πηγάδι αποφάσισε να πάρει το ρίσκο να αδειάσει… Κι άρχισε να βαθαίνει. Κι έφτασε στο νερό. Και το έριξε κι αυτό προς τα έξω δημιουργώντας μια δεύτερη όαση στο χωριό.

Μια μέρα, σχεδόν κατά τύχη, τα δυο πηγάδια κατάλαβαν ότι το νερό που είχαν βρει στο βάθος τους ήταν το ίδιο… Ότι το ίδιο υπογειο ποτάμι που περνούσε από το ένα, γέμιζε το βάθος του άλλου. Κατάλαβαν ότι ξεκινούσε γι’αυτά μια καινούρια ζωή. Όχι μόνο μπορούσαν να επικοινωνούν από στόμιο σε στόμιο, επιφανειακά, όπως όλοι οι άλλοι, αλλά η αναζήτησή τους τους είχε προσφέρει ένα νέο και μυστικό σημείο επαφής.

Είχαν ανακαλύψει τη βαθιά επικοινωνία που πετυχαίνουν μόνον εκείνοι που έχουν το θάρρος να αδειάσουν από κάθε περιεχόμενο και να ψάξουν στο βάθος της ύπαρξής τους για να βρουν τι έχουν να δώσουν.

4.      Αναδυόμενη – τροποποιούμενη ιστορία

Από το βιβλίο «Αγαπητέ θεέ» του  Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ

Με λένε Όσκαρ, είμαι δέκα χρονών, έχω βάλει φωτιά στη γάτα, στο σκύλο, στο σπίτι (αν δεν κάνω λάθος έχω ψήσει και τα χρυσόψαρα), κι αυτή είναι η πρώτη φορά που σού γράφω, γιατί μέχρι σήμερα, λόγω του σχολείου, δεν είχα χρόνο. Σού το λέω ευθύς εξαρχής: σιχαίνομαι να γράφω. Για να γράψω, πρέπει πραγματικά να είμαι αναγκασμένος να το κάνω· γιατί το γράψιμο είναι γιρλάντα και στολίδι και μεταξωτή κορδέλα. Τι άλλο είναι το γράψιμο από ένα ωραιοποιημένο ψέμα; Το γράψιμο είναι για τους μεγάλους. Θες να σ’ το αποδείξω; Ξανακοιτά λίγο πιο πάνω και δες πώς αρχίζω το γράμμα μου! «Με λένε Όσκαρ, είμαι δέκα χρονών, έχω βάλει φωτιά στη γάτα, στο σκύλο, στο σπίτι (αν δεν κάνω λάθος έχω ψήσει και τα χρυσόψαρα), κι αυτή είναι η πρώτη φορά που σού γράφω, γιατί μέχρι σήμερα, λόγω του σχολείου, δεν είχα χρόνο». Ε, δε θα μπορούσα να γράψω: «Με φωνάζουν Γλόμπο, δε δείχνω παραπάνω από επτά, μένω στο νοσοκομείο λόγω του καρκίνου μου, και δεν σού ’χω απευθύνει ποτέ το λόγο γιατί δεν πιστεύω ότι υπάρχεις»; Βέβαια, αν το γράψω αυτό, την πάτησα, γιατί θα δείξεις λιγότερο ενδιαφέρον για μένα. Κι εγώ το ’χω ανάγκη το ενδιαφέρον σου. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα ’θελα να βρεις χρόνο να μου κάνεις και δυο-τρεις χάρες. Εξηγούμαι: Το νοσοκομείο, δε λέω, είναι ένα μέρος παρά πολύ συμπαθητικό, γεμάτο ευχάριστους μεγάλους που μιλάνε δυνατά, γεμάτο παιχνίδια και ροζ κυρίες που τους αρέσει να διασκεδάζουν με τα παιδιά, γεμάτο φίλους που είναι πάντα εκεί όταν τους θέλεις, όπως ο Μπέικον, ο Αϊνστάιν ή ο Ποπ Κορν. Για να μη σ’ τα πολυλογώ, το νοσοκομείο είναι μια χαρά για έναν άρρωστο που το διασκεδάζει.

Εγώ, όμως, δεν το διασκεδάζω πια. Από τότε που μου έκαναν τη μεταμόσχευση, το καταλαβαίνω: δεν το διασκεδάζω πια. Κάθε πρωί που μ’ εξετάζει ο γιατρός Ντίσελντορφ, δεν το αντέχω πια, τον απογοητεύω. Με κοιτάζει αμίλητος, σαν να ’χα κάνει καμιά αταξία. Κι όμως, ήμουν τόσο συνεργάσιμος στην εγχείρηση! Καθόμουν φρόνιμος, τους άφησα να με κοιμίσουν, πόνεσα και δε φώναξα, πήρα όλα μου τα φάρμακα. Είναι κάτι μέρες, όμως, που έτσι μου έρχεται να του φωνάξω κατάμουτρα, να του πω ότι μπορεί να φταίει κι αυτός ο ίδιος, ο γιατρός Ντίσελντορφ με τα μαύρα φρύδια, να φταίει αυτός που απέτυχε η εγχείρηση. Μα παίρνει εκείνο το δυστυχισμένο ύφος του, και δε μου πάει να τον βρίσω. Όσο πιο πολύ σωπαίνει ο γιατρός Ντίσελντορφ μ’ εκείνο το λυπημένο βλέμμα, τόσο πιο ένοχος αισθάνομαι. Έχω καταλάβει ότι έγινα ένας κακός άρρωστος, ένας άρρωστος που δε θέλει να πιστέψει ότι η ιατρική κάνει θαύματα.

Η σκέψη ενός γιατρού είναι μεταδοτική. Τώρα, όλοι στον όροφο —νοσοκόμες, βοηθοί, καθαρίστριες— με κοιτάζουν με το ίδιο βλέμμα. Έχουν θλιμμένο ύφος όταν είμαι σε καλή διάθεση· γελάνε με το ζόρι όταν λέω κάποιο αστείο. Είν’ αλήθεια: δε διασκεδάζουμε πια όπως πριν.

(Η ιστορία αυτή προτείνεται να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με την κρυφή ιστορία, σε δραστηριότητα κατά την οποία οι μαθητές θα καλούνται να σκεφτούν τρόπους ώστε να αλλάξει η πρώτη μέρα στο σχολείο για τον Όσκαρ, να γίνει μια διαφορετική υποδοχή)

5.      Ιστορία Εφαλτήριο

Ολόκληρο το βιβλίο «Θαύμα» – PALACIO R. J.

Παρατίθενται μερικά ενδεικτικά αποσπάσματα

 1.Συνηθισμένος

Το ξέρω ότι είμαι ένα συνηθισμένο εννιάχρονο αγόρι. Θέλω να πω, φυσικά και κάνω συνηθισμένα πράγματα. Τρώω παγωτό. Κάνω ποδήλατο. Παίζω μπάλα. Έχω ένα Xbox. Κάτι τέτοια πράγματα με κάνουν ένα συνηθισμένο παιδί. Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Επίσης νιώθω συνηθισμένος. Μέσα μου. Ξέρω, όμως, πως τα συνηθισμένα παιδιά δεν κάνουν τα άλλα συνηθισμένα παιδιά να φεύγουν τσιρίζοντας από την παιδική χαρά. Ξέρω πως τα συνηθισμένα παιδιά δεν τα κοιτάζουν παράξενα μόλις εμφανιστούν κάπου..

Αν έβρισκα ένα μαγικό λυχνάρι και μπορούσα να κάνω μια ευχή θα ευχόμουν να είχα ένα κανονικό πρόσωπο που να μην ξεχωρίζει. (…) Ο μοναδικός λόγος που δεν είμαι συνηθισμένος είναι επειδή κανένας άλλος δε με βλέπει έτσι. (…) Επί τη ευκαιρία, με λένε Αύγουστο, χαϊδευτικά Όγκι. Δε θα σας περιγράψω πως μοιάζω. Ό,τι και να φανταστείτε, η πραγματικότητα είναι χειρότερη.

Ο Όγκι πηγαίνει πρώτη φορά σχολείο στην Πρώτη Γυμνασίου, μέχρι τότε έκανε μαθήματα στο σπίτι, λόγω των προβλημάτων υγείας του. Τα παιδιά είναι πολλές φορές σκληρά, υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις.

2.«ΤΟ ΡΗΤΟ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΠΡΑΟΥΝ: ΑΝ ΕΧΕΙΣ ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΣΩΣΤΟΣ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΟΣ, ΔΙΑΛΕΞΕ ΚΑΛΟΣ». (…) Καθώς σημείωνα το «ρητό του Σεπτεμβρίου του κυρίου Μπράουν», συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι το σχολείο θα μου άρεσε πολύ, όπως κι αν ήταν.

Στους διαδρόμους, που ήταν πάντοτε γεμάτοι παιδιά, το πρόσωπό μου συνέχεια ξάφνιαζε κάποιο ανυποψίαστο παιδί που δεν είχε ίσως ακούσει να μιλάνε για μένα. Το παιδί έβγαζε έναν ήχο , σαν κι αυτόν που κάνουμε όταν γεμίζουμε τα πνευμόνια μας αέρα πριν από τη βουτιά, ένα μικρό «α!». (…) Ποντικομούρης, τέρας, Φρέντι Κρούγκερ. Βατραχόφατσα. Εξωγήινος. Σίχαμα. Ερπετό. Εξάμβλωμα. Μεταλλαγμένος. Ξέρω ότι έτσι με αποκαλούν.

3.Σάμερ (φίλη του Όγκι): Μερικά παιδιά ήρθαν και με ρώτησαν γιατί κάνω τόση παρέα με το «φρικιό». Είναι παιδιά που δεν τον γνωρίζουν. Αν τον γνώριζαν δε θα τον αποκαλούσαν φρικιό.

«Επειδή είναι εντάξει παιδί» είναι η απάντηση που δίνω. «Και μην τον λέτε έτσι».

«Σου ζήτησε ο διευθυντής να γίνεις φίλη του;» με ρώτησε η Σάρλοτ Κόντι.

«Όχι, είμαι φίλη του επειδή θέλω να είμαι φίλη του» απάντησα.

Την πρώτη μέρα κάθισα μαζί του επειδή τον λυπήθηκα. Αυτό είναι όλο. Τον είδα εκεί, ένα παιδί με στραβοχυμένο πρόσωπο σ’ένα καινούριο σχολείο. Κανένας δεν του μιλούσε. Ολοι τον κοίταζαν εξεταστικά. (…) Ο Τζούλιαν του έβγαλε το παρατσούκλι «παιδί-ζόμπι» κι από εκείνη τη στιγμή όλοι τον έλεγαν έτσι (…) Κι ο Αϋγουστος το ήξερε. Είναι αρκετά δύσκολο να είσαι καινούριος στο σχολείο, ακόμα κι αν το πρόσωπό σου είναι κανονικό. Σκέψου κοιπόν τι γίνεται όταν είσαι σαν κι αυτόν! Έτσι πήγα απλά και κάθισα μαζί του. Σιγά το πράγμα. Εύχομαι ο κόσμος να σταματήσει επιτέλους να το θεωρεί κάτι σπουδαίο. Είναι ένα παιδί όπως όλα.

4.Τζακ (φίλος του Όγκι-ανάμεσά τους έχει δημιουργηθεί μια παρεξήγηση): Το θέμα είναι ότι ο Αϋγουστος δεν έχει και πολλούς φίλους για παρέα εκτός από μένα. Αν θέλει να κόψει, αυτός θα χάσει, όχι εγώ. (…) Το καλό είναι ότι τώρα πλέον μπορώ να κάνω παρέα με περισσότερα παιδιά. Προηγουμένως, που ήμουν συνέχεια μαζί του, οι άλλοι δεν με πλησίαζαν γιατί δεν τον γούσταραν. Ένα είναι ξεκάθαρο, κανένας δεν τον θέλει για παρέα. Όλοι θέλουν να ανήκουν σε κάποια παρέα δημοφιλών παιδιών και ο Αύγουστος απέχει έτη φωτός από αυτό. Τώρα, λοιπόν, μπορώ να είμαι με όποιον θέλω. Αν ήθελα να μπω σε κάποια παρέα θα το έκανα αυτή τη στιγμή.

Ας πω και τα αρνητικά: (α) δε μ’αρέσει και τόσο πολύ να είμαι με αυτούς τους «δημοφιλείς» και (β) περνούσα πραγματικά καλά με τον Αύγουστο.

5. (Στην τελική γιορτή του σχολείου) «Η δύναμη του θάρρους κάποιου» επανέλαβε ήρεμα (ο διευθυντής), κουνώντας το κεφάλι και χαμογελώντας. Σήκωσε το δεξί του σαν να μετρούσε με τα δάχτυλα. «Θάρρος. Καλοσύνη. Φιλία. Χαρακτήρας. Αυτές είναι οι ιδιότητες που μας καθορίζουν σαν ανθρώπινα όντα και σε κάποιες περιπτώσεις μας δίνουν την ώθηση για να πετύχουμε κάτι μεγαλειώδες. Σε αναγνώριση αυτού του  μεγαλείου θεσπίστηκε το βραβείο αυτό. Αλλά θα μου πείτε, πως διαλέγουμε το κατάλληλο άτομο; Πως μετράμε το μεγαλείο; Δεν υπάρχει μέτρο ούτε και γι’αυτήν την περίπτωση. Και πρώτα απ’όλα πως το ορίζουμε το μεγαλείο; Ε, λοιπόν, σας πληροφορώ πως ο Μπίσερ είχε μια απάντηση γι’αυτό το ερώτημα. Το μεγαλείο, λέει ο Μπίσερ, δε βρίσκεται στη δύναμη, αλλά στη σωστή χρήση της δύναμης…. κι έχει περισσότερο μεγαλείο εκείνος που η δύναμή του παρασύρει τις καρδιές των πιο πολλών ανθρώπων (…) ακριβώς επειδή είναι τόσο δυνατή η δική του ψυχή (…). Να πλησιάσει λοιπόν ο Αύγουστος Πούλμαν για να παραλάβει το βραβείο του». Το κοινό άρχισε να χειρικροτεί πριν προλάβει να καταγράψει ο εγκέφαλός μου τα λόγια του κου διευθυντή. (…) Με χάιδευαν στην πλάτη, μου έκαναν «κόλλα το!». «Μπράβο Όγκι!» «Τρομερός!», άκουγα από παντού.Και σε κάποια στιγμή άρχισαν να φωνάζουν το όνομά μου σαν σύνθημα: «Ό-γκι! ‘Ο-γκι! Ό-γκι! Ό-γκί!».

Ιστορία «αποθέματος»: Σχολιάστε τη φράση του Αγίου Παύλου «Γυναίκα να υπακούς τον άντρα γιατί είναι ανώτερός σου»

Πηγή: https://www.etsy.com

Το παρακάτω απόσπασμα το θεωρώ μια εξαιρετική ιστορία «αποθέματος» (δείτε εδώ), που αναπαράγει πολύ εύστοχα στερεότυπα και προκαταλήψεις που αφορούν τη θέση της γυναίκας και τις σχέσεις των δύο φύλων.
Διαβάστε το και πείτε μου αν συμφωνείτε:

Παρ’ όλο που αυτή η φράση φαίνεται άδικη, νομίζω ότι, αν ξέρουμε να την εκτιμήσουμε, δεν είναι άδικη, επειδή την είπε ο Παύλος, ένας άγιος πατέρας, φίλος του Χριστού, που σίγουρα δεν έλεγε μπούρδες. Αν αυτή τη φράση την είχε πει ένας οποιοσδήποτε, τότε εντάξει, ήτανε μ……..ς.
Εγώ αυτά τα πράγματα τα λέω παρ’ όλο που είμαι κορίτσι και δε με συμφέρει να τα πω. Ο άντρας πρέπει να είναι ανώτερος από τη γυναίκα, γιατί στη ζωή υπάρχει πάντα ένας που διοικεί, και ένας άλλος που υπακούει. Αν διοικούσαν όλοι, τότε ποιος θα υπηρετούσε; Δε θα υπήρχε ούτε ένας σκουπιδιάρης στους δρόμους. Και ποιος θα μάζευε το τραπέζι, αν δεν το έστρωνε κανένας;
Για παράδειγμα: σ’ αυτό το σχολείο κάνει κουμάντο η διευθύντρια και όλοι πρέπει να την υπακούνε. Αλλά όταν η διευθύντρια γυρίζει στο σπίτι και συναντάει τον άντρα, ο άντρας, ακόμα κι αν είναι επιστάτης σ’ αυτό το σχολείο, είναι αυτός που διατάζει τη διευθύντρια, γιατί είναι ο άντρας της.
Στο σπίτι μου διατάζει ο πατέρας μου, αμέσως μετά έρχεται η μάνα μου, αλλά εγώ ξέρω μια οικογένεια όπου πρώτα διατάζει η μητέρα και μετά έρχεται ο πατέρας, γιατί ο πατέρας έχει μόνο ένα πόδι. Εμένα, για την ώρα, στο σπίτι με διατάζουνε όλοι, γιατί είναι όλοι σερνικοί, αλλά όταν παντρευτώ θα τα πληρώσει όλα – και με το δίκιο μου – ο άντρας μου! […]

*Από από το βιβλίο του Μαρτσέλο Ντ’ Όρτα «Εγώ ελπίζω να τη βολέψω»

Ιστορία «αντίστασης»: Video της Διεθνούς Αμνηστίας για το προσφυγικό


Το συγκλονιστικό video της Διεθνούς Αμνηστίας με θέμα το προσφυγικό, μπορεί κάλλιστα, κατά τη γνώμη μου, να χρησιμοποιηθεί εκπαιδευτικά ως ιστορία «αντίστασης», σύμφωνα με την τυπολογία των σεναρίων-ιστοριών, οι οποίες αποτελούν εργαλεία της Κοινωνικής Παιδαγωγικής (δείτε εδώ).

Διαβάστε το παρακάτω απόσπασμα άρθρου το με θέμα το συγκεκριμένο video από τον ιστότοπο e-evros.gr:

Το video «ανοίγει» με δύο παρουσιαστές δελτίου ειδήσεων. Ο ένας αναφέρεται σε μια επείγουσα σύγκληση του υπουργικού συμβουλίου και η συνάδελφός του περιγράφει σκηνές βίας στους δρόμους μιας χώρας που δεν κατονομάζεται και κάνει λόγο για μεγάλο αριθμό ανθρώπων που αναγκάζονται να την εγκαταλείψουν.

Επόμενο πλάνο… Άνθρωποι τυλιγμένοι σε κουβέρτες κινούνται αργά μέσα στην ύπαιθρο. Μια φωνή σε σπαστά αγγλικά ακούγεται να λέει «… πολλοί βρέθηκαν στο πίσω μέρος ενός φορτηγού. Προσπαθούσαν να περάσουν τα σύνορα…» και μια δεύτερη: «… η κυβέρνηση δέχεται πυρά από όλους για τον τρόπο που χειρίζεται αυτή την κρίση…».

Και μετά η φωνή ενός νεαρού αγοριού: «… ήταν άσχημα. Έπρεπε να φύγω. Ο μπαμπάς δεν μπορούσε να έρθει. Τώρα, δεν ξέρουμε που βρίσκεται».

Τους ίδιους ανθρώπους τους βλέπουμε, δευτερόλεπτα μετά, να βρίσκονται στο πίσω μέρος ενός φορτηγού. Το αγόρι αφηγείται: «Η μαμά είπε πως πάμε σε ένα ασφαλές μέρος. Προσπαθεί να είναι γενναία. Κάποιος μας είπε πως αυτές οι βάρκες βυθίζονται όλη την ώρα…».

Στη συνέχεια, ένας ένστολος, οπλισμένος και οργισμένος, μπαίνει στο χώρο που κρύβονται οι πρωταγωνιστές της ιστορίας. Για πρώτη φορά βλέπουμε τα πρόσωπά τους καθώς σηκώνουν τις κουβέρτες με τις οποίες είναι κουκουλωμένοι. Είναι τα πρόσωπα του αγοριού και της μητέρας του. Και σιγά σιγά αποκαλύπτονται και τα πρόσωπα άλλων συνοδοιπόρων τους. Πρόσωπα φοβισμένα και ταλαιπωρημένα. Είναι όλοι λευκοί. Ενώ ο αστυνομικός που τους φωνάζει είναι μελαψός.

Και ξανά η φωνή του αγοριού: «Δεν μπορούσαμε να μείνουμε στο Λονδίνο. Ήταν πολύ επικίνδυνο».

«Οι περισσότεροι από τους Ευρωπαίους πρόσφυγες προσπαθούν να κατευθυνθούν νότια. Πιστεύουν πως η Αφρική τους παρέχει τη δυνατότητα μιας καλύτερης ζωής» εξηγεί και πάλι η φωνή μιας δημοσιογράφου, ενώ οι Ευρωπαίοι πρόσφυγες περνούν τον συρμάτινο φράχτη ενός κέντρου κράτησης. «Μας έβαλαν φυλακή» λέει και πάλι το αγόρι που το κρατά σφιχτά στην αγκαλιά της η κατάξανθη μητέρα του. «Δεν ξέρω τι κάναμε λάθος. Φοβάμαι».

Και ενώ η ίδια αργή μελαγχολική μουσική, που ντύνει όλο το βίντεο, συνεχίζει, ακούγεται ένας διαπληκτισμός – προφανώς πολιτικών – : «Δεν μπορούμε να φερόμαστε σε αυτούς τους ανθρώπους σαν αν είναι ζώα» λέει ο άνδρας και η γυναικεία φωνή απαντά «Είναι πάρα πολλοί οι λευκοί που ζουν εδώ τώρα». Και ξαφνικά μια τρίτη φωνή «Οι φόροι μου είναι που θα στηρίξουν αυτούς τους ανθρώπους».

Και όσο ο δημόσιος διάλογος συνεχίζεται, το αγόρι που βρίσκεται στο κέντρο κράτησης στέκεται από την πίσω πλευρά του συρμάτινου φράχτη. Από την άλλη πλευρά Αφρικανοί τον κοιτάζουν εξεταστικά, ενώ ένα κοριτσάκι τον πλησιάζει, του χαμογελά και μετά απομακρύνεται.

«Χωρίς να υπάρχει άμεσα πιθανή λύση του μεταναστευτικού η κυβέρνηση πρέπει να εύχεται το πρόβλημα απλώς να εξαφανιστεί. Αλλά αυτό δεν φαίνεται πιθανό. Πίσω σε εσάς», λέει η δημοσιογράφος και «κλείνει» το ρεπορτάζ ενώ το αγόρι στέκεται ακόμη στον συρμάτινο φράχτη κοιτάζοντας προς τα έξω, προς τον ανοιχτό δρόμο.

Και το βίντεο κλείνει με μια επισήμανση: «Το βίντεο αυτό είναι προϊόν φαντασίας. Οποιαδήποτε ομοιότητα με τον τρόπο που οι Ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν τώρα τους μετανάστες, τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες είναι εντελώς συμπτωματική».

Πηγή:
http://www.e-evros.gr/gr/eidhseis/3/ki-an-hsoyn-esy-sth-8esh-toys-ena-dynato-binteo-gia-toys-prosfyges/post29033

Ένα τολμηρό πείραμα ενάντια στον ρατσισμό

Το 1970 η Jane Elliott, δασκάλα της γ’ δημοτικού σε μια αγροτική περιοχή στην Iowa των ΗΠΑ, αποφάσισε να κάνει ένα τολμηρό κοινωνικό πείραμα, που συζητείται ακόμη και σήμερα, με κάποιους να το χαρακτηρίζουν «επικίνδυνο» και «ακραίο».

Προβληματισμένη από το κύμα ρατσιστικού μίσους που ακολούθησε τη δολοφονία του Martin Luther King και από το γεγονός ότι στο χωριό που εργαζόταν δεν υπήρχε ούτε ένας έγχρωμος, ήθελε να υποδείξει στους μαθητές της, με απόλυτα βιωματικό τρόπο, την ανοησία του ρατσισμού και των διακρίσεων.

Η Elliott μπήκε μια μέρα στην τάξη και άρχισε να υποστηρίζει ότι όσοι είχαν γαλανά μάτια ήταν ανώτεροι από εκείνους με καστανά. Χρησιμοποίησε διάφορα «επιχειρήματα» για να γίνει πειστική και χώρισε την τάξη σε «γαλανομάτηδες», που ήταν ευφυέστεροι και μπορούσαν να δίνουν διαταγές, και σε «καστανομάτηδες», που ήταν κατώτεροι και έπρεπε να υπακούν. Οι τελευταίοι, μάλιστα, έπρεπε να φορούν έναν διακριτικό γιακά για να ξεχωρίζουν.

Επιπλέον, οι γαλανομάτηδες θα απολάμβαναν και άλλα προνόμια, όπως την εύνοια της δασκάλας, μεγαλύτερο διάλειμμα, προτεραιότητα στην καφετέρια. Αντίθετα, οι καστανομάτηδες απαγορευόταν να παίζουν με τους «ανωτέρους» και να χρησιμοποιούν τα παιχνίδια της παιδικής χαράς την ώρα του διαλείμματος.

Τι ακολούθησε; Οι γαλανομάτηδες έγιναν αυταρχικοί, καταπιεστικοί και αλαζόνες, ενώ οι καστανομάτηδες ένιωθαν απαίσια, αυτοχαρακτηρίζονταν «αξιολύπητοι» και «βλάκες», με τις επιδόσεις τους να πέφτουν στο κατακόρυφο. Η δασκάλα παρατήρησε ότι «παιδιά που συνεργάζονταν θαυμάσια και συμπαθούσαν το ένα το άλλο, μετατράπηκαν σε μοχθηρά, βίαια και ρατσιστικά άτομα».

Μετά από λίγες μέρες, ωστόσο, η δασκάλα επανήλθε λέγοντας ότι είχε κάνει λάθος! Τελικά, οι καστανομάτηδες ήταν οι ανώτεροι και οι ρόλοι έπρεπε να αντιστραφούν. Οι γαλανομάτηδες φόρεσαν τους γιακάδες και ένιωσαν στο «πετσί» τους την κατάφωρη αδικία και όλα τα άσχημα συναισθήματα που βίωναν οι «κατώτεροι» συμμαθητές τους τις προηγούμενες μέρες.

Στο τέλος του πειράματος, η Elliott ξεκίνησε μια συζήτηση για το αν είναι σωστό να κρίνουμε κάποιον από το διαφορετικό χρώμα δέρματος ή ματιών ή από οτιδήποτε είναι διαφορετικό από εμάς. Τα παιδιά συμφώνησαν ομόφωνα πως δεν πρέπει να γίνεται αυτό και πέταξαν τους γιακάδες στο καλάθι των αχρήστων.

Τα διδάγματα, μετά από αυτό, ήταν πλέον αυτονόητα για τους μικρούς μαθητές…

Δείτε την ταινία:

Πηγές:
1)
https://antikleidi.com/2013/08/01/jane-elliot/
2)
http://www.enallaktikos.gr/ar7603el_mia-sxoliki-taksi-dixazetai-kastanoi-i-galanomatides-ena-peirama-gia-to-ratsismo-vinteo.html

«Το Καναρινί Ποδήλατο» – Μια συστημική προσέγγιση

Στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος που παρακολουθώ, τον περασμένο Μάιο και στο μάθημα «Κοινωνική Παιδαγωγική», με εισηγήτρια την κ. Ηρώ Μυλωνάκου-Κεκέ, συζητήσαμε για τη Συστημική Επιστήμη και την άμεση σχέση της με την Κοινωνική Παιδαγωγική.

Παρακολουθήσαμε στη συνέχεια ένα μεγάλο μέρος της ταινίας «Το Καναρινί Ποδήλατο», την οποία δεν είχε τύχει να δω ποτέ (αν κι εσείς δεν την έχετε δει, πατήστε εδώ).

Ομολογώ ότι με συγκίνησε και με προβλημάτισε αρκετά ως εκπαιδευτικό η ιστορία του μικρού Λευτέρη και του δασκάλου του, η οποία, παρεμπιπτόντως, είναι πραγματική.

Στην εικόνα που βλέπετε παραπάνω είναι ο «συστημικός» χάρτης που έφτιαξα για τον Λευτέρη, ως εβδομαδιαία εργασία για το συγκεκριμένο μάθημα.
Ελπίζω να σας αρέσει!

Υ.Γ: Όποιος/α έχει κάτι παρόμοιο, ας το μοιραστεί μαζί μας!

«Κρυφή» ιστορία: «Η γιαγιά μου»

Φωτογραφία από: Getty Images

Η παρακάτω ιστορία υποτίθεται πώς προέρχεται από έκθεση μαθήτριας δημοτικού. Δεν έχω καταφέρει να το επαληθεύσω, αλλά πραγματικά είναι μια «πανέξυπνη» αφήγηση που αξίζει να αξιοποιηθεί στην εκπαιδευτική πράξη (δείτε περισσότερα εδώ).

Απολαύστε:

Όταν ο μπαμπάς έκλεισε το μαγαζί (γιατί κανείς δεν έμπαινε πια να ψωνίσει κι έτσι δεν μπορούσε να πληρώνει νοίκι και ΤΕΒΕ) κι η μαμά απολύθηκε, ήρθε να μείνει μαζί μας η γιαγιά απ’ το χωριό. Η γιαγιά είναι πολύ καλή και πολύ πλούσια. Παίρνει 300 ευρώ σύνταξη απ’ τον ΟΓΑ και τώρα που μένει μαζί μας μας τα δίνει κι είμαστε κι εμείς πολύ πλούσιοι.

Χτες φάγαμε ψάρια, που είναι καλό και ακριβό φαΐ. Είμαστε όλοι χαρούμενοι και δεν καταλάβαμε γιατί η Μαμά είπε στον Μπαμπά θυμωμένη «Μα για όνομα! Χρυσόψαρα θα φάμε, βρε Σταμάτη;». Κι ο Μπαμπάς (που η Μαμά τον λέει Σταμάτη) είπε «όλα τα κινέζικα είναι πιο φτηνά, ακόμα και τα ψάρια. Με τη σύνταξη της μάνας μου τι ήθελες να φάμε; Μπαρμπούνια;». Και μετά η Μαμά δεν είπε τίποτα και καθίσαμε όλοι στο τραπέζι να φάμε τα χρυσόψαρα.

Μετά η γιαγιά πέθανε. Δεν ξέρω αν έφταιγε το χρυσόψαρο που έφαγε ή αν πέθανε από μόνη της, ξέρω μονάχα πως ο Μπαμπάς και η Μαμά πολύ λυπηθήκανε και κλαίγανε και λέγανε «τι θα κάνουμε, τώρα, χωρίς την σύνταξη, Παναγία μου;» και η Παναγία τους λυπήθηκε και τους είπε να βαλσαμώσουμε τη γιαγιά, όπως ο θείος Λεωνίδας είχε βαλσαμώσει εκείνο το κεφάλι από το γουρούνι το άγριο που είχε σκοτώσει στο κυνήγι και το είχε βάλει στον τοίχο της σάλας, στο σπίτι του στο χωριό. Εμείς της γιαγιάς δεν της βαλσαμώσαμε μόνο το κεφάλι. Ολόκληρη τη βαλσαμώσαμε γιατί, όπως είπε κι ο Μπαμπάς «δική μας είναι η γιαγιά κι ό,τι θέλουμε την κάνουμε».

Έτσι τώρα έχουμε τη γιαγιά συνέχεια μαζί μας και παίρνουμε και τη σύνταξη του ΟΓΑ και είμαστε πάντα πλούσιοι. Μόνο που τα βράδια, όταν μαζευόμαστε τα παιδιά κοντά στο τζάκι, η γιαγιά δεν μας λέει παραμύθια, παρά κάθεται ακούνητη, αμίλητη κι αγέλαστη, όπως ο Μπέρνυ στην ταινία «Τρελό γουηκέντ στου Μπέρνυ», που είχα δει στην τηλεόραση, όταν έπαιζε. Τώρα δεν παίζει γιατί μας έχουνε κόψει το ρεύμα. Όμως τον Μπέρνυ δεν τον είχανε βαλσαμώσει καλά και μάζευε μύγες, ενώ εμείς τη γιαγιά τέλεια την κάναμε!

Καμιά φορά, για να την βλέπει η γειτονιά (έτσι λέει ο Μπαμπάς), την βγάζουμε έξω και την στήνουμε όρθια δίπλα στην αυλόπορτα. Μοιάζει, τότε, η γιαγιά μ’ εκείνον τον ξύλινο Ινδιάνο που στήνουν έξω από τα καπνοπωλεία στην Αμερική.

Και μια φορά ξεχάσαμε να τη μαζέψουμε κι έβρεξε πολύ κι έγινε μούσκεμα. Και ύστερα τη βάλαμε κοντά στο τζάκι να στεγνώσει, αλλά μάλλον τη βάλαμε πολύ κοντά κι άρπαξε φωτιά. Ευτυχώς ο Μπαμπάς πρόλαβε και την έσβησε γρήγορα, αλλά μας μάλωσε γιατί «κοντέψαμε να αφανίσουμε το μοναδικό μας εισόδημα».

Πηγή:
https://ninacouletaki.wordpress.com/2012/02/08/essay/

Update: Η δημιουργός επαληθεύτηκε και είναι η Νίνα Κουλετάκη! (Δείτε περισσότερα στο σχόλιό της κάτω από το άρθρο.)

Δημιουργία και αφήγηση ιστοριών

Πηγή: www.shutterstock.com

Σύμφωνα με την Ηρώ Μυλωνάκου-Κεκέ (2013) η δημιουργία και η αφήγηση ιστοριών είναι ένα διαχρονικά σημαντικό εκπαιδευτικό «εργαλείο». Τις συναντάμε σε όλους τους πολιτισμούς και σε διάφορους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας (τέχνη, θρησκεία, εκπαίδευση, κ.ά.) με πολλές μορφές και παραλλαγές.

Έτσι και ο κοινωνικός παιδαγωγός μπορεί να τις χρησιμοποιήσει για να καταπολεμήσει στερεότυπα, προκαταλήψεις, διακρίσεις και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για κοινωνική βελτίωση και αλλαγή.

Μάλιστα, το 2010 η Lee Anne Bell, τονίζοντας τη χρησιμότητα της αφήγησης ιστοριών ως προς την εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων, πρότεινε την εξής κατηγοριοποίηση:

  • Ιστορίες «αποθέματος»: είναι αυτές που διαχρονικά παρουσιάζουν κοινωνικά στερεότυπα.
  • Κρυφές ιστορίες: πρόκειται για την παρουσίαση φαινομενικά «τέλειων» καταστάσεων, που όμως μπορούν να εγείρουν τον προβληματισμό και την αμφισβήτηση.
  • Ιστορίες αντίστασης: οι ιστορίες που προσπαθούν να προβληματίσουν και να εμπνεύσουν, στοχεύοντας στην κοινωνική δικαιοσύνη και την αλλαγή μέσω της ευαισθητοποίησης και της κινητοποίησης των ανθρώπων.
  • Αναδυόμενες/τροποποιούμενες ιστορίες: είναι καινούριες ιστορίες, που μπορούν να «αναδυθούν» μέσα από τις ιστορίες αντίστασης και τις κρυφές ιστορίες και παρουσιάζουν νέες προοπτικές για τις ανθρώπινες κοινότητες, μακριά από διακρίσεις.

Επιπλέον, αποτελεσματική τεχνική για τον κοινωνικό παιδαγωγό θεωρείται και η «ιστορία εφαλτήριο», την οποία εμπνεύστηκε αρχικά ο Stephen Denning το 2011 στοχεύοντας στην αλλαγή και την ορθή διαχείριση της γνώσης σε επιχειρήσεις και οργανισμούς. Η ιστορία εφαλτήριο χαρακτηρίζεται από το ασυνήθιστο και το παράδοξο και τοποθετεί τον αφηγητή σε μια δυσχερή θέση, από την οποία φαίνεται να μην μπορεί να ξεφύγει. Όταν η τεχνική επιτυγχάνει, οδηγεί τους εκπαιδευόμενους σε μια διαφορετική θέαση των πραγμάτων και στη διάθεση για αλλαγή.

Μπορείτε να δείτε παραδείγματα τέτοιων ιστοριών εδώ.

Πηγή:
Ηρώ Μυλωνάκου-Κεκέ, «Κοινωνική Παιδαγωγική: Θεωρητικές, Επιστημολογικές και  Μεθοδολογικές Διαστάσεις». Εκδόσεις Διάδραση.



Ιστορία «Εφαλτήριο»: Κινηματογραφική ταινία «Westworld» (1973)

Ο Yul Brynner στο Westworld (Πηγή: https://www.lifo.gr)

Σύμφωνα με την τυπολογία των σεναρίων – ιστοριών (δείτε εδώ) θεωρώ ότι η ταινία Westworld του 1973 μπορεί να αξιοποιηθεί ως ιστορία «εφαλτήριο».
Η περιγραφή και κριτική της ταινίας που ακολουθεί ανήκει στον Τάσο Μελεμενίδη και δημοσιεύτηκε σε άρθρο του στη Lifo:

Το Westworld ήταν ένα προσωπικό project του Μάικλ Κράιτον. Έγραψε ο ίδιος το σενάριο, καθώς ήθελε να μεταπηδήσει από τη συγγραφή βιβλίων στη σκηνοθεσία και υμβιβάστηκε σε πολλά για να μπορέσει να το σκηνοθετήσει ο ίδιος, όμως σε γενικές γραμμές έβγαλε το αποτέλεσμα που ήθελε, ένα διασκεδαστικό παραμύθι, με λίγη ατζαμίδικη δράση, που έθετε πολύ καίρια ερωτήματα για την ολοένα και δυνατότερη σχέση του ανθρώπου με την τεχνολογία.

Πρωταγωνίστρια είναι μια εταιρία, η Delos, που προσφέρει σε εύπορους πελάτες τη δυνατότητα να ζήσουν για λίγες ημέρες την ψευδαίσθηση πως βρίσκονται σε διαφορετική εποχή, φτιάχνοντας αντίστοιχα θεματικά πάρκα, γεμάτα ανθρωποειδή.

Το Westworld που αναβιώνει το όνειρο του μέσου αμερικάνου, να γίνει καουμπόης και ήρωας της άγριας Δύσης, είναι ο πιο δημοφιλής προορισμός όμως όλα στραβώνουν όταν τα ανθρωποειδή για άγνωστο λόγο μετατρέπονται σε φονικές μηχανές.

Στην ταινία, τα ανθρωποειδή τρελαίνονται από κάποιο λάθος που δεν διερευνάται περισσότερο. Για τον Κράιτον δεν υπήρχε λόγος για κάτι τέτοιο, καθώς το πιο σημαντικό θέμα γι’ αυτόν ήταν η (μη) απόφαση της εταιρίας για το κλείσιμο του πάρκου, όταν φάνηκαν οι πρώτες ενδείξεις. Ουσιαστικά το σφάλμα στα ανθρωποειδή, μια δηλαδή πολύ απλή σεναριακή ανατροπή, φτάνει για να στηρίξει την ταινία, γιατί αυτό δεν συμβαίνει στο πρώτο δεκάλεπτο αλλά κάπου μετά τη μέση της. Και τι γίνεται στο προηγούμενο διάστημα; Πρωταγωνιστεί το ίδιο το σύμπαν της ταινίας, μέσω της περιγραφής του.

Ο Κράιτον έβαλε για τίτλο το ίδιο το όνομα του πάρκου και για την περισσότερη ώρα, σε μια διευρυμένη εισαγωγή, απλά το περιγράφει. Εκεί είναι και το μυστικό της επιτυχίας του, αφού χωρίς φαινομενικά να συμβαίνει κάτι, θέτει τα ερωτήματα για ποιο λόγο ένας άνθρωπος επιλέγει να ζήσει αληθοφανείς ψευδαισθήσεις και αν υπάρχει κάποιο ηθικό όριο από πλευράς πελατών και εταιρίας σε όσα συμβαίνουν μέσα στο πάρκο. Μόλις ολοκληρώσει με αυτό το κομμάτι, ένα σφάλμα στο πρόγραμμα είναι υπεραρκετό για να συνεχίσει και να ολοκληρώσει το έργο του.

Πηγή:
https://www.lifo.gr/articles/cinema_articles/116991

«Το Ταξίδι του Φερεϋντούν»: Μια διαπολιτισμική παρέμβαση

Το Ταξίδι Του Φερεϋντούν – Μια Διαπολιτισμική Παρέμβαση by helen kont on Scribd

Σχέδιο Μικροδιδασκαλίας 20΄ με θέμα: Προσφυγικό πρόβλημα και στερεότυπα

Γεια και χαρά σε όλους και όλες!

Σήμερα θέλω να μοιραστώ μαζί σας ένα σχέδιο μικροδιδασκαλίας που είχα εφαρμόσει σε πραγματική ομάδα ενήλικων εκπαιδευομένων και, κατόπιν, παρουσίασα στο πλαίσιο του μαθήματος «Κοινωνική Παιδαγωγική» του μεταπτυχιακού στο οποίο φοιτώ (και από το οποίο αποφοιτώ σύντομα, ελπίζω!).

Παρακάτω θα βρείτε το σχέδιο συνοπτικά, αλλά θα ήθελα να κάνω μερικές διευκρινίσεις, ώστε να βοηθηθεί όποιος θέλει να το χρησιμοποιήσει.

Όσον αφορά το παράρτημα, αυτό περιλαμβάνει φωτογραφίες ανθρώπων που είτε ζουν στο παρόν την προσφυγιά είτε την έχουν ζήσει κάποια στιγμή στο παρελθόν. Ανάμεσά τους αρκετοί διάσημοι.

Αφού τις μοίρασα σε όλους τους εκπαιδευόμενους, ξεκίνησα μια συζήτηση σχετικά με το προφίλ ενός πρόσφυγα με βασικό ερώτημα «Ποιοι από αυτούς θεωρείτε ότι είναι πρόσφυγες;«.

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι περισσότεροι υπέδειξαν ως πρόσφυγες αυτούς που φαίνονται στις φωτογραφίες λυπημένοι και ταλαιπωρημένοι, ενώ κανείς δεν υπέδειξε κάποιον από τους διάσημους.

Επίσης, μπορείτε να δείτε περισσότερα για το video που συμπεριέλαβα στη μικροδιδασκαλία εδώ.

Ελπίζω να σας εμπνεύσει!

Υ.Γ: Μη διστάσετε να μοιραστείτε και τις δικές σας ιδέες!

Σχέδιο Μικροδιδασκαλίας by helen kont on Scribd